Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος

 

Ο πρωθυπουργός της Μ. Βρεταννίας Disraeli, θεώρησε μεγάλη επιτυχία την απόκτηση της Κύπρου, το 1878, αφού με αυτόν τον τρόπο η Μ. Βρεταννία έβαζε πόδι στην Μέση Ανατολή και διασφάλιζε τον δρόμο προς τις Ινδίες, μέσω της διώρυγας του Σουέζ, γι ‘ αυτό και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ετήσια οικονομική επιβάρυνση του προϋπολογισμού από το «μίσθωμα» που θα κατέβαλλε στην τύποις «ιδιοκτήτρια» του νησιού Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το «μίσθωμα» όμως αυτό, που συνίστατο στα έσοδα που θα έχανε ο Σουλτάνος από την φορολογία των κατοίκων του νησιού, μετά την αφαίρεση των δαπανών της διοίκησης του, αποδείχθηκε υψηλότερο των αρχικών υπολογισμών, αφού το μεν κόστος διοικήσεως του νησιού για τους Βρεταννούς ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο επί Οθωμανικής διοίκησης, τα δε έσοδα από την φορολογία χαμηλότερα. Δεν ήταν δε δυνατόν να απαλλαγεί η Μ. Βρεταννία από αυτό το βάρος, διότι η Οθωμανική Κυβέρνηση είχε ήδη υποθηκεύσει σε Ευρωπαίους κεφαλαιούχους – δανειστές της το έσοδο αυτό!

Η μεγάλη λοιπόν οικονομική επιβάρυνση της Βρεταννίας από την κατοχή του νησιού, σε συνδυασμό με την εν τω μεταξύ εδραίωση της παρουσίας της στην Αίγυπτο, κατέστησε την Κύπρο λιγότερο σημαντική γι’ αυτήν, γεγονός που απέτρεπε την κυβέρνηση του Λονδίνου από σοβαρές επενδύσεις για την κατασκευή υποδομών στο νησί αφού πλέον αμφισβητούνταν ακόμη και η αναγκαιότητα της κατοχής του από την Μ. Βρεταννία. Ετσι, παρ’ όλο που η κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου στην Κύπρο προτάθηκε ήδη από το 1878 και πολλοί υπηρεσιακοί παράγοντες της Βρεταννικής διοίκησης εισηγήθηκαν επανειλλημένα την κατασκευή του, η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν προχωρούσε στην χρηματοδότησή του, δεν υπήρχε δε ενδιαφέρον ούτε από ιδιωτικά κεφάλαια για μιά τέτοια επένδυση.

Η κατάσταση αυτή άλλαξε κάπως με την υπαγωγή της Κύπρου στην δικαιοδοσία του Υπουργείου των Αποικιών και την αμφισβήτηση της παρουσίας της Μ. Βρεταννίας στην Αίγυπτο από εθνικιστικούς κύκλους της χώρας αυτής. Τελικά, η Βρεταννική Κυβέρνηση αποφασίζει, το 1899, την σύναψη δανείου ύψους 114.000 λιρών για την κατασκευή ενός σύγχρονου λιμανιού στην Αμμόχωστο, μιάς σιδηροδρομικής γραμμής που θα το συνέδεε με την Λευκωσία και την ΒΔ Κύπρο και άλλων αναπτυξιακών έργων. Τον Δεκέμβριο του 1903 ανακοινώνεται η συμφωνία με τον ανάδοχο εργολάβο κατασκευής της γραμμής αυτής και τον Φεβρουάριο του 1904 αρχίζει η σύνταξη των μελετών για την κατασκευή της.

Επρόκειτο για μία μονή γραμμή, εύρους 2 ποδών και 6 ιντσών, η οποία θα εκκινούσε από το λιμάμι της Αμμοχώστου και μέσω της πόλης της Αμμοχώστου και της Λευκωσίας θα κατέληγε στην ΒΔ Κύπρο, πιθανώς στο Καραβοστάσι, μετά την Μόρφου. Θα εξυπηρετούσε δηλαδή όλη την πεδιάδα η οποία διατρέχει την Κύπρο από τα ΒΔ μέχρι τα ΝΑ παράλιά της και βρίσκεται ανάμεσα στους δύο ορεινούς όγκους, του Τροώδου και του Πενταδάκτυλου.

Νομικές υποστάσεις δικτύου: Ο σιδηρόδρομος αυτός ανήκε στο Βρεταννικό δημόσιο και μέχρι την κατάργησή του, υπήγετο στην δικαιοδοσία του Κυβερνήτη της Κύπρου.

Σιδηροδρομικές και μη προσωπικότητες, θετικές ή όχι για μέσα σταθερής τροχιάς: Δεν αναφέρονται τέτοιες προσωπικότητες.

Χρονολόγιο κατασκευαστικών εργασιών: Τον Μάϊο του 1904 αρχίζουν τα πρώτα χωματουργικά έργα για την κατασκευή της υποδομής. Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1905 ολοκληρώνεται η γραμμή μεταξύ του λιμένα της Αμμοχώστου και της Λευκωσίας (τμήμα Ι ). Τον Ιούνιο του ιδίου έτους αρχίζει η κατασκευή της υποδομής του τμήματος ΙΙ ( Λευκωσία – Μόρφου ). Τον Μάρτιο του 1907 ολοκληρώνεται η γραμμή του τμήματος ΙΙ. Τον Ιούνιο του 1913 αποφασίζεται η κατασκευή του τμήματος ΙΙΙ, δυτικά της Μόρφου, που είχε καθυστερήσει για οικονομικούς λόγους. Τον Ιούνιο του 1915 ολοκληρώνεται και το τμήμα ΙΙΙ της γραμμής, αλλά μέχρι την Ευρύχου, στους πρόποδες του όρους Τρόωδος και όχι μέχρι το Καραβοστάσι στην ακτή.
Το 1933 αποξηλώνεται η γραμμή μεταξύ Καλού Χωριού και Ευρύχου. Τελικά, την 31η Δεκεμβρίου 1951, παύει η εκμετάλλευση του συνόλου της γραμμής και εξ αυτού του λόγου, το επόμενο έτος, αποξηλώνεται σε όλο της το μήκος.

Χρονολόγιο τμηματικών λειτουργιών δικτύου: Την 21η Οκτωβρίου 1905 εγκαινιάζεται η λειτουργία του πρώτου τμήματος της γραμμής, μετάξύ του λιμένος της Αμμοχώστου και της Λευκωσίας. Την 31η Μαρτίου 1907 εγκαινιάζεται η λειτουργία και του δευτέρου τμήματος, Λευκωσίας – Μόρφου. Την 14η Ιουνίου 1915 εγκαινιάζεται η λειτουργία και του τρίτου τμήματος της γραμμής μέχρι την Ευρύχου. Το 1932 το τμήμα της γραμμής δυτικά της Λευκωσίας τίθεται εκτός εκμετάλλευσης, αλλά το επόμενο έτος ξαναδίνεται προς εκμετάλλευση, αλλά μόνο στο τμήμα μεταξύ Λευκωσίας και Καλού Χωριού και μόνο για εμπορευματικό έργο.

Το 1951 αποφασίζεται η οριστική παύση της λειτουργίας του «Κυπριακού Κυβερνητικού Σιδηρόδρομου» για λόγους οικονομικούς, διότι, κατά την Βρεταννική διοίκηση, είναι ελλειμματικός και δεν θα μπορέσει να ανταγωνισθεί την οδική μεταφορά. Ετσι, την 31η Δεκεμβρίου 1951 παύει η λειτουργία του, μετά από 46 χρόνια εκμετάλλευσης.